Ξ
ξανάω
ξαντική
ξαντικόν
ξάντης
ξάντρια
Ξανθίας
Ξανθίδιον
ξανθίζω
ξανθίζουσα
Ξάνθιοι
Ξανθῐκός
Ξανθικοῦ
Ξάνθιον πεδίον
Ξανθίππη
Ξανθιππίδης
Ξάνθιππος
ξανθῆς
ξάνθισμα
ξανθογέως
ξανθοκάρηνος
ξανθοκόμης
ξανθόκομος
ξανθός
ξανθοφυής
ξανθόθριξ
ξανθοχίτων
Ξαράνδας
ξάσμα
ξύῃ
ξυήλη
ξυηρός
ξύλα
ξυλάρια
ξυλεία
ξυλείαν
ξῠληγέω
ξῠλίζομαι
ξῠλικός
ξύλινα
ξυλίνη
ξυλίνην
ξυλίνοις
ξυλίνῳ
ξύλινον
ξύλινος
ξυλίνου
ξυλίνους
ξύλοις
ξῠλήφιον
ξυλλ-
ξύλῳ
ξῠλώδης
ξυλοκόποι
ξῠλοκοπία
ξυλοκόπος
ξυλοκόπου
ξυλοκόπους
ξῠλοκοπέω
ξύλον
ξύλωσις
ξῠλοφᾰνής
ξῠλοφορία
ξυλοφορίας
ξυλοφόρων
ξῠλοφορέω
ξῠλοφθόρος
ξύλοχος
ξύλου
ξυλουργία
ξῠλουργική
ξῠλουργικός
ξῠλουργέω
ξῠλεύομαι
ξυμ-
ξυμπ-
ξυμβλήμεναι
ξύμβληντο
ξυμβλήσεαι
ξυμβλήτην
ξύμβλητο
ξυμβλῆται
ξυμμ-
ξύν
ξυν-
ξῡνά
ξυνάν
ξῡνάων
ξεινᾰπάτης
ξυγγ-
ξυντ-
ξῡνῇ
ξεινι-
ξυνίει
ξεινήϊον
ξῡνήϊος
ξυνήκοος
ξῡνήων
ξύνοισις
ξυνήθης
ξυνῑέμεν
ξύνιεν
ξεινο-
ξῡνοδοτήρ
ξῡνών
ξυνοπαδός
ξῡνός
ξῡνόφρων
ξῡνοχᾰρής
ξυνέαξε
ξυνέηκα
ξυνεείκοσι
ξύνες
ξύνεσις
ξύνετο
ξύω
ξύων
ξιπομάκαιρα
Ξυπέτη
Ξυπέτιος
Ξυπεταιών
ξηρά
ξηραλοιφέω
ξηρὰν
ξηραντικός
ξηρανεῖ
ξηρανῶ
ξήρανσις
ξηρανθείη
ξηρανθῆναι
ξηρανθήσονται
ξηρανθήσεται
ξῠράω
ξηρᾶς
ξηρασία
ξηρασίας
ξῠρήκης
ξυρήσασθαι
ξυρήσει
ξύρησιν
ξυρήσεις
ξυρήσωμαι
ξυρήσονται
ξύρησαι
ξυρήσεται
ξυρηθῆναι
ξυρηθήσεσθε
ξυρηθήσεται
ξυρῷ
ξηροβᾰτικός
ξηροβιωτικός
ξῠροδόκη
ξηρῶν
ξηρός
ξηρότης
ξηροτρῐβία
ξηροτροφικός
ξηροφᾰγέω
ξῠροφορέω
ξυρρ-
ξηροῦ
ξηρούς
ξυρεῦνται
ξηραίνει
ξηραίνω
ξηραινόμενος
ξηραίνων
ξηραίνεται
ξῠρέω
ξῦσμα
ξυσμή
ξυσσ-
ξυστήρ
ξυστίς
ξυστοβόλος
ξυστῶν
ξυστός
ξυστοφόρος
ξύστρα
ξῦστρον
ξυστρεφ-
ξυστοῦ
ξυστοὺς
ξίφει
ξῐφίας
ξῐφίδιον
ξῐφήρης
ξῐφιστήρ
ξῐφηφόρος
ξῐφοδήλητος
ξῐφοκτόνος
ξιφῶν
ξίφος
ξῐφουλκία
ξῐφουλκός
ξῐφουργός
ξίφους
ξίφεσιν
ξόᾰνον
ξοᾰνουργία
Ξοΐς
ξουθόπτερος
ξουθός
ξενᾰγωγός
ξενᾱγός
ξενᾱγέω
ξενᾱγέτᾱς
ξενᾰπατᾱς
ξενᾰπᾰτία
ξεναρκής
Ξέναρχος
ξένας
ξένοι
ξενία
ξενύδριον
ξενίζω
ξενίζον
ξενίζουσαν
ξενιζούσαις
ξενίη
ξενίοις
ξενικά
ξενική
ξενικόν
ξενικός
ξενηλᾰσία
ξενηλᾰτέω
ξενύλλιον
ξένην
ξένιον
ξένιος
ξένης
ξένισις
ξενισμὸς
ξενιτεία
ξενιτείας
ξενιτεύει
ξενιτεύω
Ξενίου
ξέννος
ξένῳ
ξενοδοκία
ξενοδοκέω
ξενοδώτης
ξενοδοχ-
ξενοδαίτης
ξενόεις
ξενοκυστᾰπάτη
Ξενοκλῆς
Ξενοκράτης
ξενοκτονία
ξενοκτόνος
ξενοκτονέω
ξενολογία
ξενολόγιον
ξενολόγος
ξενολογέω
ξενομᾰνέω
ξένον
ξενόω
ξενόομαι
ξενοπᾰθέω
ξένος
ξένος1
ξένωσις
ξενόστᾰσις
ξενότῑμος
ξενοτροφέω
Ξενοφάνης
ξενωθεῖσαν
Ξενοφῶν
ξενοφονία
ξενοφόνος
ξενοφονέω
ξενοῦμαι
ξένους
ξέω
Ξέρξης
Ξέρξου
ξερός
ξέσμα
ξέσσα
ξέστης
ξεστῷ
ξεστός
ξεστουργία