μῶν

μοναυλία

μοναυλέω

μονᾰδικός

μονάζω

μονάζον

μονάκανθος

μοναμπῠκία

μονάμπῠκος

μονάμπυξ

μόναπος

μοναρχία

μοναρχικόν

μοναρχικός

μονάρχης

μόναρχος

μόναρχε

μοναρχέω

μόνας

μονᾰχῆ

μοναχικός

μοναχικοῦ

μονᾰχός

μονᾰχοῦ

μογγιλάλων

μογγιλάλος

μόνη

μονή

μῶνυξ

μονίμων

μόνῐμος

μονημέριον

μόνην

μονιὸς

μόνιππος

μονήρης

Μονῆς

μώνῠχος

μόνῳ

μονο-

μονοβάμων

μονόγληνος

μονογενῆ

μονογενής

μονογενοῦς

μονογενές

μονοδάκτῠλος

μονῳδία

μονώδης

μονόδροπος

μονόδουπος

μονόδους

μονῳδέω

μονοδέρκτης

μονόζυξ

μονόζωνοι

μονοζώνοις

μονόζωνον

μονόζωνος

μονοζώνους

μονοείδεια

μονοειδής

μονοειδές

μονοήμερος

μονοημέρου

μονόκαμπτος

μονοκοίλιος

μονοκοιτέω

μονόκλαυτος

μονόκλῑνον

μονόκωλος

μονοκόνδῠλος

μονόκωπος

μονοκότῠλος

μονόκρηπῑς

μονόκροτος

μονόξυλον

μονόξῠλος

μονοκέρᾰτος

μονόκερως

μονοκερώτων

μονοκέρωτος

μονόλῠκος

μονολήμμᾰτος

μονόλῐθος

μονολεχής

μονομάτωρ

μονομᾰχία

μονομᾰχικός

μονομᾰχεῖον

μονομάχης

μονομαχήσομεν

μονομάχος

μονομᾰχέω

μονομοιρία

μονόμμᾰτος

μονομερής

μόνον

μονονού(κ)

μονόω

μονόποιος

μονοπείρας

μονοπωλία

μονοπώλιον

μονόπωλος

μονοπωλέω

μονοπραγμᾰτέω

μονοπρόσωπος

μονώψ

μονόψᾱφος

μονόψηφος

μονόπτωτος

μονόπους

μονόπελμος

μονόπεπλος

μονόπαις

μονόρρυθμος

μόνορχις

μόνος

μονοσύλλᾰβος

μόνωσις

μονοσῑτέω

μονόσκηπτρος

μονοστῐβής

μονόστῐχος

μονόστολος

μονοστόρθυγξ

μονόστεος

μονώτατοι

μονώτατον

μονώτατος

μονωτικός

μονώτης

μονοτοκία

μονοτόκος

μονοτοκέω

μονοτράπεζος

μονότροπος

μονοτρόπους

μονοτροφία

μονότεκνος

μονοφᾰγίστατος

μονοφάγος

μονοφυής

μονόθῠρος

μονόφρων

μονόφρουρος

μονόφθαλμος

μονόθεν

μονόχᾱλος

μονοχίτων

μονοχίτωνα

μονόχρωμος

μονόχροος

μονόχρως

μόνου

μονούᾰτος

μόνε

Language: Greek

мон

Древнегреческо-русский словарь Дворецкого:
μῶν
μῶν [из μὴ οὖν] (вопросит. частица, рассчитанная на отрицат. ответ) да разве, неужели (μ. ἄλγος ἴσχεις; Soph.; μ. τί σε ἀδικεῖ ὁ Πρωταγόρας; Plat.): μ. μὴ δοκεῖ ἐνδεῶς λελέχθαι; Plat. разве не кажется, что сказано недостаточно?