Language: Greek

синдромас

Древнегреческо-русский словарь Дворецкого:
συνδρομάς
συν-δρομάς, άδος adj. f сбегающаяся, сталкивающаяся: αἱ συνδρομάδες πέτραι Eur. = αἱ Συμπληγάδες.