Language: Greek

συμφερόντως

Древнегреческо-русский словарь Дворецкого:
συμφερόντως
συμ-φερόντως с пользой, с выгодой (τινί Isocr., Plat.; πράττειν Arst.).

Lemma συμφερόντως

Wordforms and parallel words:

συμφερόντως 3

Concordance:

Wordform συμφερόντως

Lemmas:

συμφερόντως 3

In subcorpus: Show more ▼

Письмо Аристея 3 из 12932 ipm=232 freq stat

Concordance: