πνεῖ
πνίγει
πνῑγίζω
πνῑγηρός
πνῖγμα
πνιγμός
πνιγμοῦ
πνίγω
πνῑγώδης
πνῑγόεις
πνῖγος
πνῐγεύς
πνύξ
πνῖξις
πνικτός
πνείω
Πνῡτᾰγόρας
Lemmas:
In subcorpus: Show more ▼
Concordance: