πυκνῷ
πυκνόκαρπος
πυκνοκίνδῡνος
πύκνωμα
πυκνομμᾰτέω
πυκνόν
πυκνόω
πυκνόπτερος
πυκνορράξ
πυκνός
πυκνόσαρκος
πύκνωσις
πυκνόστικτος
πυκνοτάτης
πυκνότης
πυκνότερον
πυκνόφυλλος
πυκνόφθαλμος
Lemmas:
In subcorpus: Show more ▼
Concordance: