DHonorare

  • Texts
    • Тре́бникъ
    • Bible
    • Letter of Aristeas
  • Search
  • Lexicon
    • Greek Lexicon
    • Church Slavonic lexicon
  • Frequencies
    • Frequencies wordforms
    • Frequencies lexemes
    • Statistic wordforms
  • Slavic dictionaries
    • Dyachenko G. Slavic dictionary
    • Sedakova O. Slavic dictionary
  • About
Mainpage > Lexicon > Greek > моли
 

μῶλυ

μολῐβαχθής

μολιβδ-

μολυβδίν

μολύβδῐνος

μολυβδίς

μολυβδόομαι

μόλυβδος

μολυβδοχοέω

μολύβδαινα

μολίβῳ

μόλιβον

μολιβόομαι

μόλιβος

μολίβου

μολῐβοῦς

μολίβεος

Μωλιδ

Μολυκρείᾱ

Μολυκρικός

Μολύκρειον

μολεῖν

μολύνει

μολύνω

μωλύνομαι

μολῡνοπραγμονέομαι

μόλυνσις

μολύνσεως

μολύνουσιν

μολυνθῇς

μολυνθήσονται

μολυνθήσεται

μολῦναι

Μολιονίδαι

Μολίονε

μόλις

μώλυσις

μόλυσμα

μολυσμῷ

μολυσμός

μολυσμοῦ

μωλύτης

Language: Greek

моли

Древнегреческо-русский словарь Дворецкого:
μῶλυ
μῶλυ, υος τό бот. моли (чудодейственное растение с белыми цветами и черным корнем) Hom.
© ИА "ВОДА ЖИВАЯ". Проект "DHonorare", 2018-2026
Разработка сайта: Sajgak