μαστοί
μάστιγας
μαστιγοῖ
μαστῑγίᾱς
μαστιγοῖς
μάστιγξιν
μάστιγμα
μαστίγων
μαστῑγονόμος
μαστῑγονομέομαι
μαστῑγόω
μάστιγος
μαστιγώσει
μαστῑγώσῐμος
μαστιγώσουσί
μαστιγώσουσιν
μαστιγῶσαι
μαστιγωθῇς
μαστιγωθήσονται
μαστῑγοφόρος
μαστῑγοφορέω
μαστιγούμενος
μαστιγουμένου
μαστῑγέω
μάστιγες
μαστίζω
μαστιζόμενον
μάστιξ
μάστιξίν
μαστίξαι
μαστικτήρ
μαστίκτωρ
μάστιν
μαστίω
μαστιόω
μαστήρ
Μάστειρα
μαστήριος
μάστις
μαστίσδοιεν
Lemmas:
In subcorpus: Show more ▼
Concordance: