Language: Greek

стэнотис

Древнегреческо-русский словарь Дворецкого:
στενότης
στενότης, ион.
στεινότης, ητος
1) узость, теснота (τοῦ λιμένος Thuc.; τοῦ οἰσοφάγου Arst.);
2) pl. теснины (ῥεῖ ἡ θάλαττα κατὰ τὰς στενότητας Arst.).