στάσει
στασιάζειν
στᾰσιάζω
στασιάζουσιν
στᾰσίαρχος
στᾰσιασμός
στᾰσιαστικός
στασίμῃ
στάσῐμον
στάσῐμος
στάσιν
Στασῖνος
στᾰσιώδης
στᾰσιῶδες
στᾰσιωρόν
στᾰσιωρός
στᾰσιωτεία
στᾰσιωτικόν
στᾰσιωτικός
στᾰσιώτης
στάσις
Στασίχορος
Lemmas:
In subcorpus: Show more ▼
Concordance: