θήν

θῖνα

θοινάζω

θοίνᾱμα

θοῖναν

θοινάω

θῖνας

Θηνασα

θοινᾱτικός

θοινᾱτήρ

θοινᾱτήριον

θοινάτωρ

θιγγάνω

θιγγάνωσιν

Φιντίας

θοίνη

θοινίζω

φοινήεις

φοίνικα

φοινῑκάνθεμος

φοίνικας

Φοινίκῃ

Φοινῑκίας

Φοινῑκίδιον

φοινῑκίζω

φοινῑκήιος

φοινῑκικος

Φοινίκην

φοινίκινος

φοινίκιον

φοινίκειος

Φοινίκης

φοινῑκιστί

φοινῑκιστής

φοινῑκιοῦς

φοινῑκοβάλᾰνος

φοινῑκόβαπτος

φοινῑκοβατέω

Φοινῑκογενής

φοινῑκοδάκτῠλος

Φοινῑκώδης

φοινῑκόεις

φοινῑκόκροκος

φοινῑκόλοφος

φοινίκων

Φοινικῶνος

φοινῑκοπάρῃος

φοινῑκόπτερος

φοινῑκόπεδος

φοινῑκόπεζα

φοινῑκόρυγχος

φοινῑκόροδος

φοίνικος

φοινῑκοσκελής

Φοινῑκόστολος

φοινῑκοστερόπᾱς

φοινῑκοφαής

φοινῑκόφῠτος

φοῖνιξ

φοινῑκτικῶς

φοινικοῦν

φοινίκουρος

φοινῑκοῦς

φοινίκεος

Φοίνικες

φοίνιος

φοίνισσα

Φοινίσσης

φοινίσσω

θοινήτωρ

θυννάζω

θύννειος

θυννίς

θυννώδης

θυννοκέφᾰλος

θυννολογέω

θύννος

θυννοσκόπος

θυννοσκοπέω

θυννευτικός

Φινω

θῑνώδης

θῑνολογέω

Φινων

θῑνός

Φινοε

θεῖναι

Φῑνεΐδης

Φῑνεΐς

θεινέμεναι

Φινεες

Language: Greek

фин

Древнегреческо-русский словарь Дворецкого:
φῆν
φῆν эп. (= ἔφην) impf. в знач. aor. к φημί.
Древнегреческо-русский словарь Дворецкого:
θήν
θήν энклит. частица ведь, конечно, наверно Theocr.: ὥς θην καὶ σὸν ἐγὼ λύσω μένος Hom. так я, наверно, укрощу и твою ярость; οὔ θην οἴοισιν πόνος ἔσεται ἡμῖν Hom. не одним ведь нам предстоит (ратный) труд; σύ θην ἃ χρῄζεις, ταῦτ᾽ ἐπιγλωσσᾷ Διός Aesch. ты, я вижу, клянешь Зевса так, как тебе хочется.