Language: Greek

агрэфтис

Древнегреческо-русский словарь Дворецкого:
ἀγρευτής
I ἀγρευτής, ῆρος ὁ Theocr. = ἀγρεύς.


II
ἀγρευτής,
οῦ ὁ Soph. = ἀγρεύς.


III
ἀγρευτής,
οῦ adj. m охотничий, ловецкий (δόναξ, κάλαμοι Anth.).